Προέδρος της Βουλής κ. Κωνσταντίνος Τασούλας: Η ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων είναι ενίσχυση της προκοπής του ελληνικού λαού

Ομιλία του Προέδρου της Βουλής κ. Κωνσταντίνου Τασούλα επί του νομοσχεδίου του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας –

Η ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων είναι ενίσχυση  της προκοπής του ελληνικού λαού

«Ζούμε ιστορικές στιγμές ως προς την ενίσχυση της άμυνας της χώρας, άρα ως προς την ενίσχυση της ησυχίας, της δυνατότητας προόδου, προκοπής, ειρήνης της χώρας», τόνισε ο Πρόεδρος της Βουλής κ. Κωνσταντίνος Τασούλας παρεμβαίνοντας το μεσημέρι στην Ολομέλεια του Κοινοβουλίου κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας για την έγκριση σχεδίων συμβάσεων, που περιλαμβάνει και την προμήθεια 18 μαχητικών αεροσκαφών Rafale. Όπως ανέφερε, η ενίσχυση αυτή επιτυγχάνεται χάρη στις γρήγορες και διαφανείς διαδικασίες που ακολουθήθηκαν και χάρη στη συντριπτική πλειοψηφία με την οποία αγκαλιάζει αυτήν την πρωτοβουλία το ελληνικό Κοινοβούλιο.

Ο κ. Τασούλας σημείωσε ότι με την ψήφιση του προϋπολογισμού στις 15 Δεκεμβρίου και την χορηγία για πρώτη φορά μετά από πάρα πολλά χρόνια, 5,5 δισεκατομμυρίων ευρώ στον προϋπολογισμό των Ενόπλων Δυνάμεων αποδεικνύεται ότι αποφασίστηκε επιτέλους οι Ένοπλες Δυνάμεις να αντιμετωπιστούν όχι με επαίνους, όχι με επισκέψεις, όχι με φωτογραφίες, όχι με συμβολικές κινήσεις, αλλά να αντιμετωπιστούν και να υποβοηθηθούν αποφασιστικά.

«Οι δαπάνες για τις Ένοπλες Δυνάμεις είναι δαπάνες για την κοινωνία, γιατί μία χώρα που διαφυλάσσει την κυριαρχία της μπορεί να ασχοληθεί με την προκοπή της, μπορεί να ασχοληθεί με την υγεία της, μπορεί να ασχοληθεί με τη μόρφωσή της, μπορεί να ασχοληθεί με τις συντάξεις της, μπορεί να ασχοληθεί με όλα εκείνα τα ειρηνικά έργα στα οποία κάθε κοινωνία ονειρεύεται να σημειώνει πρόοδο», είπε ο Πρόεδρος της Βουλής και συμπλήρωσε:

«Είναι προς τιμήν του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης αυτήν την περίοδο, καθώς και της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας -και βλέπετε πώς αυτή η κίνηση υιοθετείται τελικά από τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτικών κομμάτων- ότι αυτό το αποφασιστικό βήμα, που σπάει μία διαχρονική –τολμώ να πω-αμεριμνησία για τα ουσιαστικά, για τα βαθιά, για τα κρίσιμα προβλήματα των Ενόπλων Δυνάμεων, ξεκινάει. Και είμαι βέβαιος ότι αυτό το ξεκίνημα θα συνοδευθεί και από ανάλογες κινήσεις για τα υπόλοιπα Όπλα των Ενόπλων Δυνάμεων».

ολόκληρη η ομιλία του Προέδρου της Βουλής κ. Κωνσταντίνου Τασούλα:

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΑΣΟΥΛΑΣ (Πρόεδρος της Βουλής): «Αξιότιμε, κύριε Πρωθυπουργέ, είμαι βαρύτατα ανήσυχος από την πληροφορία που έμαθα από τον Πρέσβη Hare ότι η τουρκική κυβέρνηση σχεδιάζει να εισβάλει στρατιωτικώς και να καταλάβει ένα μέρος της Κύπρου.

Η εντύπωσίς μου είναι ότι πιστεύετε, κύριε Πρωθυπουργέ, ότι μια τέτοια εισβολή από την Τουρκία είναι επιτρεπτή βάσει των προβλέψεων της Συμφωνίας Εγγυήσεως του 1960. Πρέπει να σας τονίσω  ότι η λύση, η οποία κυριολεκτικά εξαιρείται από αυτήν τη Συμφωνία Εγγυήσεως, είναι η λύση στην οποίαν ετοιμάζεστε να καταφύγετε.

Πρέπει, επίσης, να θέσω υπόψη σας, κύριε Πρωθυπουργέ, τις υποχρεώσεις σας έναντι του ΝΑΤΟ. Όπως ανέφερε και ο Υπουργός Εξωτερικών Rusk στην πρόσφατη συνάντηση της Συνόδου Υπουργών του ΝΑΤΟ στη Χάγη, ένας πόλεμος μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας πρέπει να θεωρείται κυριολεκτικά αδιανόητος.

Τέλος, κύριε Πρωθυπουργέ, επισύρω την προσοχή σας στη διμερή συμφωνία ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Τουρκία εις το πεδίο της στρατιωτικής βοήθειας.

Σύμφωνα με  το άρθρο 4 της Συμφωνίας με την Τουρκία του Ιουλίου του 1947, η Κυβέρνησή σας είναι υποχρεωμένη να ζητήσει τη συναίνεση των Ηνωμένων Πολιτειών για τη χρησιμοποίηση της στρατιωτικής βοήθειας για σκοπούς διαφορετικούς από αυτούς που η βοήθεια σας έχει παραχωρηθεί και η επιδρομή στην Κύπρο είναι κάτι διαφορετικό από αυτό για το οποίο η αμερικανική βοήθεια σας έχει χορηγηθεί. Συνεπώς, μη διανοηθείτε να κάνετε αυτό το διάβημα».

 Σας ανέφερα, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αποσπάσματα από μία ιστορική επιστολή της 5ης Ιουνίου 1964 του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Johnson στον Πρωθυπουργό της Τουρκίας Inonu, η οποία είδε το φως της δημοσιότητος δημοσιευθείσα μετά από δύο χρόνια από τον Λευκό Οίκο.

Η εποχή του Ψυχρού Πολέμου και της αντιλήψεως των Ηνωμένων Πολιτειών ότι έχουν δυναμικά διεθνή ρόλο και όχι διεθνή ρόλο μέσω Facebook, Twitter και διάφορων άλλων γελοιοτήτων που παρακολουθήσαμε τα τελευταία χρόνια, η αντίληψη αυτή έδινε αποφασιστικές λύσεις και εκτόνωνε κρίσεις, πριν αυτές γεννηθούν. Βεβαίως, αργότερα τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Αλλά την εποχή εκείνη, την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1964 το κυπριακό ζήτημα είχε φτάσει σε σημείο βρασμού, τα γεγονότα ήταν καταιγιστικά, φτάσαμε μέχρι σημείου η τουρκική πολεμική αεροπορία να βομβαρδίσει το καλοκαίρι του ’64 κυπριακά χωριά και είχε σταλεί  ειρηνευτική δύναμη για πρώτη φορά από τον ΟΗΕ τον Μάρτιο του ’64.

Αυτή η αποφασιστική και πρωτάκουστη για τα αυτιά της σημερινής γλυκανάλατης παγκόσμιας ηγεσίας συμπεριφορά άλλοτε διεθνών ηγετών δείχνει ότι η ασφάλεια που παρείχε αυτή η σκληρή στάση -και ανεπανάληπτη μέχρι στιγμής- δεν υπάρχει πια εδώ και δεκαετίες.

Και δεν υπάρχει για τη χώρα μας η ασφάλεια αυτής της στάσεως ηγετικών χωρών, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, διότι προφανώς τα πράγματα έχουν αλλάξει και η χώρα μας αποφάσισε έκτοτε, έχοντας δεχτεί και τις επιπτώσεις της τραγωδίας της Κύπρου δέκα χρόνια μετά από αυτό το επεισόδιο που σας ανέφερα, να προασπίσει κυρίως μόνη της τα δικά της σύνορα έναντι της τουρκικής απειλής.

Η πρώτη μεγάλη αποφασιστική κίνηση, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η οποία έγινε προκειμένου η χώρα μας μετά τα δραματικά γεγονότα του καλοκαιριού του ‘74 να προασπίσει τα σύνορά της και την κυριαρχία της και να αποκτήσει στρατηγικό προβάδισμα έναντι της Τουρκίας, ήταν με την προμήθεια των πρώτων δύο μοιρών «Mirage» από τη Γαλλία το 1975. Εκείνα τα σαράντα πολεμικά αεροσκάφη άλλαξαν εντελώς τον συσχετισμό δυνάμεων, έδωσαν ένα στρατηγικό προβάδισμα στη χώρα μας για πάρα πολλά χρόνια.

Και εδώ θα ήθελα να αναφερθώ στην έννοια του στρατηγικού προβαδίσματος και να τονίσω ότι αυτή η λέξη «στρατηγικό», που σήμερα έχει κακοπάθει και χρησιμοποιείται ακόμη και στη μαγειρική, εν προκειμένω, είχε ουσιαστική σημασία, γιατί κάθε λέξη έχει τη βαρύτητά της λόγω και της σπανιότητας με την οποία τη χρησιμοποιούμε. Και επειδή, δυστυχώς, κάνουμε κατάχρηση αυτής της λέξης για να δώσουμε έμφαση σε οτιδήποτε λέμε, ακόμη και ανοησίες, υπήρχε κίνδυνος να θεωρήσετε ότι όταν είπα «στρατηγικό προβάδισμα» εννοούσα κάτι εντελώς ασήμαντο. Όχι, το εννοώ με την κυριολεκτική έννοια της λέξεως.

Έκτοτε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, συνέβησαν πολλά. Αυτό που δεν συνέβη και παρέμεινε αναλλοίωτο είναι η απειλή εξ ανατολών.

Δεύτερο θέμα, το οποίο ήθελα να επισημάνω, είναι ότι υπάρχει μία λεκτική επίκληση του δικαίου που έχει η χώρα μας έναντι της Τουρκίας. Προφανώς, η χώρα μας έχει δίκιο έναντι των τουρκικών διεκδικήσεων και προφανώς ο καλύτερος τρόπος να διεκδικηθεί αυτό το δίκαιο –και βλέπουμε ότι πάει να γίνει κάτι- είναι η εφαρμογή του διεθνούς δικαίου, εν τέλει ακόμη και από το Δικαστήριο της Χάγης.

Δεν πρέπει όμως να παραπλανώμεθα για την ισχύ του δικαίου. Το διεθνές δίκαιο ή το δίκαιο που έχει μια χώρα, εν σχέσει με τη διεθνή νομοθεσία, έχει μέγεθος, δεν έχει ακόμη δύναμη. Υπάρχει μέγεθος δικαίου, δεν υπάρχει στα διεθνή πράγματα δύναμις δικαίου. Η ιδεώδης εξέλιξη θα ήταν η δύναμις του δικαίου να αγκαλιάσει και να υποστηρίξει και να ταυτιστεί με το μέγεθος του δικαίου. Αυτό δεν έχει γίνει κατορθωτό στα διεθνή πράγματα και πολλές φορές συγχέουμε αυτές τις δύο έννοιες και απορούμε και αγανακτούμε και στενοχωριόμαστε, γιατί το μέγεθος του δικαίου δεν μετατρέπεται και σε ισχύ δικαίου.

Η διπλωματία είναι, προφανώς, ένας καίριος παράγων αυτού του πλησιάσματος αυτών των δύο μορφών δικαίου, των δύο αυτών εκδοχών του δικαίου, του πλατωνικού και του κυριολεκτικού δικαίου. Όμως, οι Ένοπλες Δυνάμεις είναι επίσης ένας σημαντικός παράγων που μπορεί αποφασιστικά να συμβάλλει στην ταύτιση αυτών των δύο εκδοχών του δικαίου.

Η χώρα μας τα τελευταία χρόνια είχε την ατυχία οι Ένοπλες Δυνάμεις να εμπλακούν σε δύο περιπέτειες, σε δύο γάγγραινες, στη γάγγραινα των σκανδάλων και στη γάγγραινα της σκανδαλολογίας. Είναι διαφορετικά πράγματα αυτά. Υπάρχουν τα πραγματικά σκάνδαλα στη χώρα μας και υπάρχουν και οι συκοφαντίες, οι οποίες επιτείνουν την εικόνα των σκανδάλων, την διογκώνουν και την κάνουν να φαίνεται μεγαλύτερη.

Ο τομέας της εθνικής άμυνας υπέστη και τις δύο καταφορές και τις δύο κατάρες και κατακλύστηκε από διαβολή, αλλά συνέβησαν και τρομακτικά σκάνδαλα. Οπότε το μέγεθος του προβλήματος έγινε ασύλληπτο, έγινε αφάνταστο.

Ακολούθησε, λόγω αυτής της καταστάσεως, μία περίοδος δραματικής ευθυνοφοβίας γύρω από τις προμήθειες των Ενόπλων Δυνάμεων, ευθυνοφοβίας διαδοχικής. Τελικά περί αυτού επρόκειτο. Αυτή η ευθυνοφοβία αδίκησε τις Ένοπλες Δυνάμεις, αδίκησε την αμυντική ικανότητα της χώρας, γιατί ενέπλεξε σε όλον αυτόν τον κυκεώνα σκανδάλου και σκανδαλολογίας μία τρομερή γραφειοκρατία εν ονόματι αποτροπής των σκανδάλων, μία απίστευτη διαδικασία προμηθειών, η οποία προσφυώς λέγεται από όσους ξέρουν καλύτερα ότι είναι διαδικασία μη προμηθειών τελικά.

Όλο αυτό το πλέγμα παρανοήσεων και πραγματικότητας, επαναλαμβάνω, οδήγησε σε μία διαδοχική αδυναμία των Ενόπλων Δυνάμεων και της χώρας να αποκτήσει αυτά τα οποία έπρεπε να αποκτήσει και όχι μόνο αυτό, αλλά να τα αποκτήσει και ΕΓΚΑΙΡΩΣ. Έπρεπε λοιπόν, να καταπολεμηθεί η αδιαφάνεια, η σκανδαλολογία και η καταγγελιομανία, η οποία παρέλυε κάθε απόφαση σημαντική για την αναβάθμιση των Ενόπλων Δυνάμεων.

Ταυτόχρονα, είχαμε φορτώσει τις Ένοπλες Δυνάμεις και με πολλά άλλα καθήκοντα, έχοντας διογκώσει τον κοινωνικό τους ρόλο. Αυτό το κάναμε, θα έλεγα, επειδή για κάθε δυσκολία –από σεισμό και καταποντισμό μέχρι προσφυγική κρίση- οι Ένοπλες Δυνάμεις ουσιαστικά τιμωρούνταν για τη δυνατότητά τους να ανταποκριθούν άμεσα εν σχέσει με το σαράβαλο κράτος που υπήρχε στην Ελλάδα και που προσπαθούμε να το διορθώσουμε.

Οι Ένοπλες Δυνάμεις, δηλαδή, είχαν επωμιστεί έναν μεγαλύτερο ρόλο από αυτόν που τους αναλογούσε εν ονόματι της σωστής κοινωνικής αποστολής τους, αλλά στο τέλος κάθε θέμα που έπρεπε να αντιμετωπιστεί γρήγορα και με αποφασιστικότητα ανετίθετο στις Ένοπλες Δυνάμεις, με αποτέλεσμα και αυτό το γεγονός να δημιουργεί έναν περισπασμό από το κύριο έργο τους.

Εν πάση περιπτώσει, αυτή είναι μία –κατά τη γνώμη μου- περιγραφή μίας διαδοχικής κακοδαιμονίας και υπερβολής, η οποία, κύριε Υπουργέ, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, με την ψήφιση του προϋπολογισμού στις 15 Δεκεμβρίου και τη χορηγία για πρώτη φορά μετά από πάρα πολλά χρονιά 5,5 δισεκατομμυρίων ευρώ στον προϋπολογισμό των Ενόπλων Δυνάμεων φαίνεται να λήγει,  Αποδεικνύεται επίσης ότι αποφασίστηκε επιτέλους οι Ένοπλες Δυνάμεις να αντιμετωπιστούν όχι με επαίνους, όχι με επισκέψεις, όχι με φωτογραφίες,  όχι με συμβολικές κινήσεις, αλλά να αντιμετωπιστούν αποφασιστικά και να υποβοηθηθούν αποφασιστικά.

«Και ἔστινπόλεμος οὐχ ὅπλων τὸ πλέον ἀλλὰ δαπάνης». Έτσι προειδοποίησε ο Βασιλιάς της Σπάρτης Αρχίδαμος τους συμπατριώτες του το Φθινόπωρο του 432 π.Χ για την επικείμενη στρατιωτική αναμέτρηση με την Αθηναϊκή αυτοκρατορία τότε. Ο πόλεμος δεν είναι τόσο θέμα οπλισμού, όσο θέμα εξόδων, δαπάνης.

Από τη στιγμή, λοιπόν, κύριε Υπουργέ, που η πολιτεία απεφάσισε να συμμορφωθεί προς τη θουκυδίδεια προτροπή, οι Ένοπλες Δυνάμεις δικαιούνται να νιώθουν πολύ πιο ήσυχες και πολύ πιο δικαιωμένες.

Οι δαπάνες για τις Ένοπλες Δυνάμεις είναι δαπάνες για την κοινωνία, γιατί μία χώρα που διαφυλάσσει την κυριαρχία της μπορεί να ασχοληθεί με την προκοπή της, μπορεί να ασχοληθεί με την υγεία της, μπορεί να ασχοληθεί με τη μόρφωσή της, μπορεί να ασχοληθεί με τις συντάξεις της, μπορεί να ασχοληθεί με όλα εκείνα τα ειρηνικά έργα στα οποία κάθε κοινωνία ονειρεύεται να σημειώνει πρόοδο.

Και σαν πρώτη έμπρακτη εκδήλωση αυτής της απόφασης να διαθέσουμε αποφασιστικό μέρος της θυσίας και εισφοράς του ελληνικού λαού για τις Ένοπλες Δυνάμεις, έρχεται η απόφαση για την προμήθεια αυτών των δεκαοκτώ αεροσκαφών, χάρη στα οποία σε λίγους, σε ελάχιστους μήνες η χώρα θα αποκτήσει και πάλι ένα αφάνταστο στρατηγικό πλεονέκτημα έναντι της τουρκικής πολεμικής αεροπορίας. Γιατί οι δυνατότητες αυτού του αεροσκάφους και κυρίως ο οπλισμός του είναι τέτοιος που δεν μπορούν να τον αντιληφθούν τα μέσα, οι γνώσεις και η εκπαίδευση που έχουν οι αεροπόροι της γειτονικής χώρας.

Και είναι, επίσης, δείγμα αυτής της πραγματικής στροφής προς τη φροντίδα προς τις Ένοπλες Δυνάμεις, της ουσιαστικής και όχι της συμβολικής ή της λεκτικής, το γεγονός ότι τέτοια μεγάλη σύμβαση συνοδεύεται –και όσο και αν αυτό φαίνεται ότι είναι αυτονόητο δεν ήταν, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, στο παρελθόν- από την εξασφάλιση της συντηρήσεως μετά από την αγορά, αλλά και την εξασφάλιση του εξοπλισμού, ο οποίος είναι σημαντικός, ο οποίος μπορεί να φέρει σημαντικά αποτελέσματα κυρίως αποτρεπτικά, γιατί αυτός είναι ο βασικός σκοπός, αλλά και άλλα αποτελέσματα κυριολεκτικά εάν χρειαστεί.

Έχουμε λοιπόν, σε μία εποχή όπου τα πράγματα είναι και μοναχικά εις την προάσπιση της κυριαρχίας μας συμμορφωθεί στις απαιτήσεις των καιρών.

Κύριε Υπουργέ, είναι προς τιμήν του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης αυτήν την περίοδο καθώς και της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας -και βλέπετε πώς αυτή η κίνηση υιοθετείται τελικά από τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτικών κομμάτων- ότι αυτό το αποφασιστικό βήμα, που σπάει μία διαχρονική –τολμώ να πω-αμεριμνησία για τα ουσιαστικά, για τα βαθιά, για τα κρίσιμα προβλήματα των Ενόπλων Δυνάμεων, ξεκινάει. Και είμαι βέβαιος ότι αυτό το σπουδαίο ξεκίνημα θα συνοδευθεί και από ανάλογες κινήσεις, για τα υπόλοιπα Όπλα των Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά και για τα μικρά.

Και, προφανώς, για να θυμηθώ και την ιδιότητά μου την προηγούμενη ως μέλους της Επιτροπής Εξοπλισμών, θα υπάρξει και μία απλούστευση των διαδικασιών για τις προμήθειες των Ενόπλων Δυνάμεων, γιατί  εκτός από τα Rafale, χρειαζόμαστε και την τελευταία βίδα, χρειαζόμαστε και την τελευταία σφαίρα, χρειαζόμαστε και το τελευταίο ανταλλακτικό, διότι ακόμη και γι’ αυτά τα μικρά και ασήμαντα πρέπει να διευκολυνθεί η πρόσκτησή τους και όχι μόνο με οικονομικούς πόρους που η πολιτεία δίνει, αλλά και με τις διαδικασίες οι οποίες δεν πρέπει να είναι πλέον αφάνταστα χρονοβόρες.

Είναι μία πράξη-τομή, η οποία ενισχύει την εθνική μας κυριαρχία. Δείχνει στις Ένοπλες Δυνάμεις ότι η πολιτεία, το Κοινοβούλιο στη συντριπτική πλειοψηφία του αντιλαμβάνεται εμπράκτως τη στοργή και τη φροντίδα γι’ αυτές. Νομίζω πως όχι μόνο τεχνικά ή υλικά, αλλά και από πλευράς φρονήματος αυτή τη στιγμή υπάρχει μία δικαιολογημένη αναβάθμιση στον χώρο των Ενόπλων Δυνάμεων, η οποία θα πρέπει να συνεχιστεί και να διευρυνθεί.

Ζούμε, κατά τη γνώμη μου, μοναδικές στιγμές. Τολμώ να πω ότι ζούμε ιστορικές στιγμές ως προς την ενίσχυση της άμυνας της χώρας, άρα ως προς την ενίσχυση της ησυχίας, της δυνατότητας προόδου, προκοπής, ειρήνης της χώρας.

Και αυτό επιτυγχάνεται χάρη στις γρήγορες και διαφανείς διαδικασίες που ακολουθήσατε και χάρη στην ευρύτατη πλειοψηφία με την οποία αγκαλιάζει αυτήν την πρωτοβουλία το ελληνικό Κοινοβούλιο.

Θερμά συγχαρητήρια σε όλες και όλους!

Pin It

Αφήστε μια απάντηση